Αρνήθηκα να παντρευτώ την έγκυο κοπέλα μου – Η οικογένειά μου διαλύθηκε και έμεινα μόνος με τις ενοχές μου
«Δεν μπορώ να το κάνω, Μαρία. Δεν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο!» φώναξα, νιώθοντας το αίμα να βράζει μέσα μου. Η Μαρία με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα, τα χείλη της έτρεμαν. «Μιχάλη, είμαι έγκυος. Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν είναι μόνο δικό μου το παιδί!»
Η φωνή της αντήχησε στο μικρό διαμέρισμα της Κυψέλης, σαν να ήθελε να ξυπνήσει όλη τη γειτονιά. Ένιωθα να πνίγομαι. Το μυαλό μου έτρεχε σε όλα όσα θα άλλαζαν: τα όνειρά μου για σπουδές, τα σχέδια για να φύγω στο εξωτερικό, η ελευθερία μου. Δεν ήμουν έτοιμος να γίνω πατέρας, πόσο μάλλον να παντρευτώ. Η Μαρία, όμως, με κοίταζε σαν να περίμενε να της δώσω ελπίδα.
«Δεν μπορώ να σε παντρευτώ επειδή έμεινες έγκυος. Δεν είναι αυτός λόγος για γάμο!» είπα, προσπαθώντας να ακουστώ ψύχραιμος, αλλά η φωνή μου έσπασε. Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Ήξερα πως αν έλεγα το ναι, θα ήταν ψέμα. Θα ήμουν ένας ακόμα άντρας που παντρεύτηκε από υποχρέωση και όχι από αγάπη.
Την επόμενη μέρα, το είπα στη μητέρα μου. Η κυρία Ελένη, πάντα αυστηρή, με κοίταξε με κατανόηση. «Καλά έκανες, παιδί μου. Ο γάμος δεν είναι λύση για όλα. Αν δεν το νιώθεις, μην το κάνεις. Θα σταθούμε δίπλα σου.» Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, όμως, αντέδρασε αλλιώς. «Τι λες, ρε Μιχάλη; Θα αφήσεις το παιδί σου έτσι; Δεν ντρέπεσαι; Εγώ στη θέση σου θα είχα ήδη πάει να ζητήσω το χέρι της κοπέλας!»
Οι φωνές τους αντηχούσαν στο σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη. Η μητέρα μου προσπαθούσε να με προστατεύσει, ο πατέρας μου να με κάνει να αναλάβω τις ευθύνες μου. «Δεν είναι μόνο δικό του το λάθος, Γιώργο! Δεν θα θυσιάσει τη ζωή του επειδή έγινε ένα λάθος!» φώναξε η μητέρα μου. «Δεν είναι λάθος το παιδί! Είναι ζωή! Και η ζωή θέλει ευθύνη!» απάντησε ο πατέρας μου. Ένιωθα να διαλύομαι ανάμεσα στους δύο κόσμους τους.
Οι μέρες περνούσαν και το σπίτι μας είχε γίνει πεδίο μάχης. Η Μαρία δεν μου μιλούσε. Οι φίλοι μου με απέφευγαν, κάποιοι με κατηγορούσαν, άλλοι με δικαιολογούσαν. Στη δουλειά, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Κάθε βράδυ, ξάπλωνα και σκεφτόμουν το παιδί. Πώς θα ήταν να το κρατήσω στην αγκαλιά μου; Πώς θα ήταν να το βλέπω να μεγαλώνει χωρίς εμένα; Μήπως ήμουν δειλός; Μήπως έπρεπε να κάνω το σωστό, όπως έλεγε ο πατέρας μου;
Μια μέρα, ο πατέρας μου μπήκε στο δωμάτιό μου. «Θέλω να σου πω κάτι, Μιχάλη. Όταν ήμουν στην ηλικία σου, η μητέρα σου έμεινε έγκυος. Δεν ήμουν έτοιμος, αλλά δεν το έβαλα στα πόδια. Αν είχα φύγει, δεν θα υπήρχες εσύ. Σκέψου το.» Έμεινα να τον κοιτάζω. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήξερα πως είχε δίκιο, αλλά δεν ήμουν αυτός. Δεν ήθελα να ζήσω μια ζωή γεμάτη τύψεις και συμβιβασμούς.
Η Μαρία με πήρε τηλέφωνο μετά από μέρες σιωπής. «Θέλω να μιλήσουμε. Μόνο οι δυο μας.» Βρεθήκαμε στο παγκάκι της πλατείας. Ήταν χλωμή, τα μάτια της πρησμένα. «Δεν θέλω να σε πιέσω, Μιχάλη. Αλλά το παιδί θα το κρατήσω. Δεν θα σου ζητήσω τίποτα. Απλά ήθελα να ξέρεις.» Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. «Μαρία, δεν ξέρω τι να κάνω. Φοβάμαι. Δεν είμαι έτοιμος να γίνω πατέρας. Δεν είμαι έτοιμος να σε παντρευτώ.» Εκείνη χαμογέλασε πικρά. «Κανείς δεν είναι ποτέ έτοιμος. Αλλά κάποιοι το προσπαθούν.»
Γύρισα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να κάθεται στο τραπέζι, με το κεφάλι στα χέρια της. «Μαμά, νιώθω χαμένος. Ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να αναλάβω τις ευθύνες μου. Εσύ λες να μην θυσιάσω τη ζωή μου. Τι να κάνω;» Εκείνη με κοίταξε με μάτια γεμάτα αγάπη και πόνο. «Δεν μπορώ να σου πω εγώ τι να κάνεις, Μιχάλη. Μόνο εσύ ξέρεις τι αντέχεις. Αλλά να θυμάσαι: ό,τι κι αν αποφασίσεις, θα έχει συνέπειες. Και θα πρέπει να ζήσεις με αυτές.»
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Ο πατέρας μου δεν μου μιλούσε πια. Η μητέρα μου προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες. Η Μαρία προχωρούσε μόνη της. Κάποια στιγμή έμαθα πως οι δικοί της την είχαν διώξει από το σπίτι. Ένιωσα ενοχές, αλλά δεν ήξερα πώς να τη βοηθήσω. Ήμουν δειλός; Ήμουν εγωιστής; Κάθε βράδυ, η φωνή του πατέρα μου αντηχούσε στο μυαλό μου: «Δεν είναι λάθος το παιδί!»
Ένα βράδυ, ο πατέρας μου γύρισε σπίτι αργά. Με βρήκε στην κουζίνα. «Θα πας να τη βρεις. Θα σταθείς δίπλα στο παιδί σου, είτε το θέλεις είτε όχι. Δεν θα αφήσω το εγγόνι μου να μεγαλώσει χωρίς πατέρα.» Η φωνή του ήταν σκληρή, αλλά στα μάτια του έβλεπα δάκρυα. «Μπαμπά, δεν μπορώ να ζήσω μια ζωή που δεν διάλεξα. Δεν θέλω να κάνω δυστυχισμένη τη Μαρία, ούτε το παιδί. Δεν είμαι έτοιμος.» Εκείνος με αγκάλιασε σφιχτά. «Κανείς δεν είναι έτοιμος, Μιχάλη. Αλλά η ζωή δεν περιμένει.»
Την επόμενη μέρα, πήγα να βρω τη Μαρία. Την είδα να κάθεται μόνη της σε ένα καφέ, με το χέρι στην κοιλιά της. Κάθισα απέναντί της. «Θέλω να είμαι παρών στη ζωή του παιδιού. Δεν ξέρω αν μπορώ να γίνω καλός πατέρας, αλλά θέλω να προσπαθήσω. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ, αλλά δεν θέλω να φύγω.» Εκείνη με κοίταξε για ώρα. «Δεν χρειάζεται να με παντρευτείς. Αρκεί να είσαι εκεί για το παιδί.»
Γύρισα σπίτι και το είπα στους γονείς μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε. Ο πατέρας μου χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από καιρό. Όμως, τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Η οικογένειά μας είχε αλλάξει. Οι σχέσεις μας είχαν ραγίσει. Η Μαρία ήταν μόνη της, εγώ ήμουν μισός. Το παιδί θα μεγάλωνε με γονείς χωρισμένους, με έναν πατέρα που φοβόταν να αναλάβει τις ευθύνες του.
Κάθε βράδυ, κοιτάζω το ταβάνι και αναρωτιέμαι: Έκανα το σωστό; Ή μήπως απλώς βρήκα μια μέση λύση για να μην πονέσω κανέναν – ούτε τον εαυτό μου; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου και τους άλλους; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;